ἐπιτήδεια

τὰ ἐπιτήδεια съестные припасы, провизия

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐπιτήδεια" в других словарях:

  • ἐπιτηδεία — ἐπιτηδείᾱ , ἐπιτήδειος made for an end fem nom/voc/acc dual ἐπιτηδείᾱ , ἐπιτήδειος made for an end fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτηδείᾳ — ἐπιτηδείᾱͅ , ἐπιτήδειος made for an end fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτήδεια — ἐπιτήδειος made for an end neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'πιτηδεία — ἐπιτηδείᾱ , ἐπιτήδειος made for an end fem nom/voc/acc dual ἐπιτηδείᾱ , ἐπιτήδειος made for an end fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀπιτηδεία — ἐπιτηδείᾱ , ἐπιτήδειος made for an end fem nom/voc/acc dual ἐπιτηδείᾱ , ἐπιτήδειος made for an end fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτηδείας — ἐπιτηδείᾱς , ἐπιτήδειος made for an end fem acc pl ἐπιτηδείᾱς , ἐπιτήδειος made for an end fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀπιτήδει' — ἐπιτήδεια , ἐπιτήδειος made for an end neut nom/voc/acc pl ἐπιτήδειε , ἐπιτήδειος made for an end masc voc sg ἐπιτήδειαι , ἐπιτήδειος made for an end fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀπιτήδεια — ἐπιτήδεια , ἐπιτήδειος made for an end neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτηδείαν — ἐπιτηδείᾱν , ἐπιτήδειος made for an end fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτήδει' — ἐπιτήδεια , ἐπιτήδειος made for an end neut nom/voc/acc pl ἐπιτήδειε , ἐπιτήδειος made for an end masc voc sg ἐπιτήδειαι , ἐπιτήδειος made for an end fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιτήδειος — α, ο (Α ἐπιτήδειος, ον και ος, εία, ον, ιων. τ. ἐπιτήδεος, έη, εον, δωρ. τ. ἐπιτάδειος, α, ον) 1. ικανός, επιδέξιος, κατάλληλος, έμπειρος (α. «νομάς τε ἐπιτηδεοτάτας νέμοντα», Ηρόδ. β. «ὀστρακισθῆναι μὲν ἐπιτήδειός εἰμι», Ανδοκ.) 2. (το ουδ. πληθ …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.